Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2015

Περνώντας τη γιαγιά απέναντι…


του Γεωργίου Κόνδη

Το Δεκέμβριο του 2009 δημοσίευσα το παρακάτω κείμενο. Σήμερα παίρνοντας αφορμή από σχόλια που προσπαθούν να αναδείξουν «τον αληθινό αριστερό δρόμο προς τη σωτηρία» χρησιμοποιώντας ειρωνικά τη γνωστή φράση, το επαναδημοσιεύω χωρίς να αλλάξω ούτε μια λέξη. Με τον τρόπο αυτό θέλω και πάλι να υπογραμμίσω πως οι ιδεολογίες «α λα γκρέκα» δημιούργησαν τον δια αποκαλύψεως πολιτικό λόγο, που με τη σειρά του δημιούργησε το πλαίσιο όπου ο καθένας αβασάνιστα και με περισσή ευκολία (ιδιαίτερα οι χαρακτηριστικά ά-εργοι), μπορεί να διεκδικεί τη μοναδικότητα του πολιτικού του λόγου και να οργανώνει με τις φαντασιώσεις του κοινωνικούς παράδεισους. Η Αριστερά, ιδιαίτερα, πλήρωσε και θα πληρώσει ακόμη πιο ακριβά τώρα την ατολμία της να ενισχύσει τον αξιακό χαρακτήρα της σκέψης και των πράξεών της. Αφιερωμένο σε όσες και όσους πέρασαν γιαγιάδες απέναντι χωρίς να ντρέπονται μιας και ο συμβολισμός αυτός τους επέτρεψε να προσφέρουν ένα κιλό μακαρόνια με τη συνείδηση της πράξης και όχι τη φωνακλάδικη βαβούρα του συνθήματος).



Θα γνωρίζετε βέβαια το ανέκδοτο με το Μπόμπο που για να κάνει μια καλή πράξη περνούσε, χωρίς να του ζητηθεί, μια γιαγιά στο απέναντι πεζοδρόμιο δυο και τρεις φορές. Στην Ελλάδα έχουμε μια καλή παράδοση στα ανέκδοτα πράγμα που μας επιτρέπει να γελάσουμε λιγάκι, αφού η γκρίζα πραγματικότητα διαρκεί τώρα μερικές δεκαετίες και δε φαίνεται να έχει τελειωμό. Όμως συνηθίζουμε να μην βάζουμε όρια σε τίποτα και έτσι καταλήγουμε γρήγορα στο να ανεκδοτοποιήσουμε κάθε τι που χρειάζεται μια σοβαρή αντιμετώπιση για να βρει μια λύση.

Αφορμή για το ανέκδοτο αυτό μου δίνει η σχετική συζήτηση που έγινε επί μέρες στα ΜΜΕ και ιδιαίτερα στα «κανάλια» για τα γεγονότα του περασμένου Δεκεμβρίου και το ρόλο της νεολαίας σ' αυτά. Σε συζήτηση φιλική μάλιστα πριν λίγες ημέρες, φιλικό πρόσωπο μου είπε πως «η πάλη κατά της αστυνομοκρατίας από τη νεολαία δεν γίνεται με το να περνάς γιαγιάδες στο απέναντι πεζοδρόμιο»! Στην αρχή θέλησα να πιστέψω πως η φράση ειπώθηκε για να δοθεί έμφαση στην άποψη που εξέφρασε το φιλικό πρόσωπο. Στη συνέχεια όμως, και αφού η φράση αυτή με βασάνισε μερικές ημέρες, τη θεώρησα ως μια βασική ένδειξη της στάσης και της νοοτροπίας που διαμόρφωσε μετά την πτώση της δικτατορίας το 1974, η λεγόμενη γενιά του Πολυτεχνείου, η νέα γενιά δηλαδή που ανέλαβε να οδηγήσει την ελληνική κοινωνία να κάνει ένα βήμα μπροστά, οικονομικά, κοινωνικά, πολιτικά. Θέτω λοιπόν, την άποψή μου στην κρίση του αναγνώστη.

Η γενιά του Πολυτεχνείου ξεκίνησε με όνειρα για τον εκδημοκρατισμό της κοινωνίας, για την κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη, για την ελευθερία στην εκπαίδευση, για το σεβασμό στην εργασία, για την ισότητα, την ισονομία και την αξιοκρατία. Σάρωσε στο πέρασμά της «συντηρητικές κοινωνικές αξίες» που, μεταξύ άλλων, δημιουργούσαν μέχρι τότε την αίσθηση της κοινωνικής ιεράρχησης, του σεβασμού και της αλληλεγγύης. Περνώντας τη γιαγιά απέναντι..., δεν έκανες απλά μια καλή πράξη του κατηχητικού, αλλά εκδήλωνες έμπρακτα έναν αυτοματισμό κοινωνικής αλληλεγγύης. Το ίδιο αν έδινες τη θέση σου σε κάποιον μεγαλύτερο σε ένα μέσο μεταφοράς. Το ίδιο αν.... Σάρωσε επίσης μηχανισμούς που δημιουργούσαν την αίσθηση της ιεράρχησης, για παράδειγμα, στους επαγγελματικούς και εκπαιδευτικούς χώρους, με το αιτιολογικό του εκδημοκρατισμού. Ο έλεγχος έπαυε να είναι μια σημαντική συνιστώσα όχι μόνο της επαγγελματικής οργάνωσης αλλά και γενικότερα της κοινωνικής συμπεριφοράς. Κατά συνέπεια και οι στόχοι όπως και οι προϋποθέσεις ανανέωσης, ανάπτυξης και κοινωνικής σταθερότητας διατυπώνονταν με όρους που επέτρεπαν κοινωνικές φαντασιώσεις, ενώ στην πραγματικότητα δημιουργούσαν καταστάσεις υπανάπτυξης σε όλους τους ευαίσθητους τομείς.

Είναι, για παράδειγμα, κοινό μυστικό πως ο κάθε υπουργός παιδείας εφάρμοζε την προσωπική θεόπνευστη (;) πολιτική με αποτέλεσμα σήμερα το εκπαιδευτικό σύστημα να βρίσκεται σε κατάσταση πλήρους αφασίας. Είναι επίσης γνωστό πως η εφαρμογή του μέτρου «εξακτίνωσης» των Πανεπιστημίων ή, επί το λαϊκότερον, «κάθε πόλη και σχολή, κάθε χωριό και τμήμα», μια πολιτική στήριξης των σουβλατζίδικων και των ταχυφαγείων, στηρίχθηκε στην συγκατάθεση της πανεπιστημιακής κοινότητας στο σύνολό της, καθώς με αυτήν μπορούσε να προωθήσει «τα δικά της παιδιά», να ελέγξει την «αγορά» των πτυχίων και των μεταπτυχιακών που απέκτησαν χρώμα (πράσινο, μπλε, κλπ) και να δώσει την ψευδαίσθηση στη μεγάλη μάζα του πληθυσμού μιας ισότητας ευκαιριών αφού τώρα η πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι ελεύθερη.

Η γενιά του Πολυτεχνείου κάθισε στο δρόμο για την ισότιμη και δημοκρατική κοινωνία και άρχισε να «βάζει κιλά». Όπως και όλοι οι πεινασμένοι τριτοκοσμικών κοινωνιών όταν βρεθούν μπροστά σε εύκολο κέρδος ξεχνούν τα οράματα και ανταλλάσσουν με ευκολία τους αρχικούς μεγαλόσχημους στόχους με μια μαύρη Mercedes έστω και δεύτερο χέρι, η γενιά αυτή βρήκε την κότα που κάνει τα χρυσά αυγά και ακούει στο όνομα Ολοκληρωμένα Μεσογειακά Προγράμματα, ΚΠΣ ή ΕΣΠΑ. Με άλλα λόγια δισεκατομμύρια ευρώ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ώστε η χώρα να αποκτήσει υποδομές, μηχανισμούς και υπηρεσίες ισάξιους των άλλων ευρωπαϊκών χωρών που τα μετέτρεψε σε κομπιναδόρικες αντιπαραγωγικές καταναλωτικές στάσεις και συμπεριφορές. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό. Σήμερα θα πληρώσουμε – εμείς η πλειοψηφία του ελληνικού λαού και ιδιαίτερα οι νέοι- πολύ ακριβά την πορεία αυτή. Όσοι όμως βρέθηκαν στα κέντρα της εξουσίας και της λήψης αποφάσεων θα συνεχίζουν να πίνουν στην υγειά των κορόιδων.

Τέλος, η εγκληματική ευδαιμονία της γενιάς αυτής δημιούργησε μια επίσης ολέθρια ψευδαίσθηση στους νέους και σήμερα αντιδρούν χωρίς να έχουν συγκεκριμένη στόχευση και αναπαράγοντας τα ίδια συνθήματα της περασμένης γενιάς. Το μόνο πράγμα που κληροδοτήσαμε στη νέα γενιά είναι ένα σπάταλο και ανόητο καταναλωτικό μοντέλο που δεν οδηγεί μόνο στον περιβαλλοντικό όλεθρο αλλά και στην αδυναμία κατανόησης βασικών κανόνων που βοούν πως δεν επιβιώνει κανείς ζώντας αντιπαραγωγικά. Η λογική αυτή περνάει σε όλα τα στάδια ενεργειών και καλύπτει όλες τις πτυχές της κοινωνικής και οικονομικής ζωής των πολιτών. Γι'αυτό και το μίσος που εκφράζεται σπάζοντας και καίγοντας, μίσος που προέρχεται από τα αδιέξοδα της καθημερινότητας και την αδυναμία εξεύρεσης λύσεων.

Κουρασμένη και υπέρβαρη η γενιά του Πολυτεχνείου, κρύβεται πίσω από τη δύναμη των νιάτων ψελλίζοντας πως έχουν δίκιο που φωνάζουν, που τα σπάνε, που διεκδικούν τα πάντα. Ακόμα και την ύστατη στιγμή αδυνατεί να αναλάβει τις ευθύνες της και να εξηγήσει πως νιάτα χωρίς εμπειρία είναι λογαριασμός που δεν αποδίδει. Φοβάται να πει πως χωρίς συνειδητή ανάληψη ευθυνών είναι αδύνατη η διεκδίκηση οποιουδήποτε πράγματος, γιατί η ίδια αποποιήθηκε εδώ και χρόνια κάθε ευθύνης διαπαιδαγώγησης και προτίμησε να πληρώνει φροντιστήρια, κινητά τηλέφωνα, ρούχα και εκδρομές ζώντας την ψευδαίσθηση της εκπλήρωσης του χρέους της. Η στάση όμως αυτή είναι εκείνη που δεν επιτρέπει την αναπαραγωγή ή την παραγωγή κοινωνικών αξιών ώστε το κάθε μέλος της κοινωνίας να εσωτερικεύει μια πυξίδα που θα τον βοηθά να προσανατολίζεται στο χώρο και το χρόνο, να διαλέγεται μαζί τους και να δημιουργεί.

Όσοι πέρασαν γιαγιάδες στο απέναντι πεζοδρόμιο μπορούν εύκολα να καταλάβουν τι σημαίνει κοινωνική αλληλεγγύη και πόσο η απουσία της σήμερα οφείλεται στην απουσία κοινωνικών αξιών. Ίσως και να συνεχίζουν ακόμα να παραχωρούν τη θέση τους, να προσφέρουν υπηρεσίες σε συναδέλφους ή συγκάτοικους, να πίνουν πραγματικά στην υγειά του διπλανού τους. Τους αφήνει αδιάφορους ο χαρακτηρισμός του «συντηρητικού» που τους φορτώνουν οι «κατάδικοι του προοδευτισμού» γιατί, ευτυχώς, πιστεύουν πως είναι η τελευταία τους ευκαιρία να αναζωογονήσουν μιαν ηθική του χρέους και να την προσφέρουν ως συνείδηση και αξία στους νέους πολίτες.

Δεν υπάρχουν σχόλια: