Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2016

ΣΤΟ ΒΙΝΤΕΟ Η ΦΥΛΑΚΗ ΤΟΥ ΚΟΛΟΤΡΩΝΗ


Από δω οι αγωνιστές και οι αγράμματοι, από κει οι πολιτικοί και οι κοντυλοφόροι φαναριώτες.
Φιλικοί και Ρήγας και Υψηλάντες, Μαρκομπότσαρης και Κολοκοτρωναίοι, Αντρούτσος, Παπαφλέσσας, Νκηταράς και Μακρυγιάννης, ο Αθανάσης Διάκος, ο Κανάρης, ο μεγάλος Καραϊσκάκης, ο Καποδίστριας, οι σουλιώτες και οι μανιάτες. Αυτή είναι η κρυστάλλινη πηγή του ελληνοέλληνα, που δεν κατεβαίνει από τα συναξάρια και το Οκτωήχι της εκκλησίας. (Μη σε ξεγελά, που ο Κολοκοτρώνης γραφή και ανάγνωση έμαθε από το Οκτωήχι). Αλλά ροβολάει από τον Όλυμπο και τον Αλφειό και την Κασταλία βρύση. Από τον Κιθαιρώνα, τον Βριλησσό και τον Ευρώτα. Είναι η αρχαία αρετή κα η νέα λεβεντιά. Είναι η εμορφάδα και το φιλότιμο, η μπέσα, και ο λόγος σπαθί. Το καθαρό μάτι, και το τίμιο χέρι.



Όταν η διοίκηση, το φαναριωτιλίκι δηλαδή, μας λέει ο Σολωμός, για να διασπάσει τους οπλαρχηγούς του Βάλτου, έστειλε είκοσι διπλώματα στρατηγών, εκεί που ήταν μόνο ο Μαρκομπότσαρης, ο Μάρκος τους εκάλεσε, έσκισε μπροστά στα μάτια τους το δίπλωμά του, και είπε:
-Ο Σκόντρα πασάς τα δίνει τα διπλώματα. Κι όποιος είνε παλικάρι, ταχιά το παίρνει από τα χέρια του.
Είπε, και τράβηξε κατά το Κεφαλόβρυσο του Καρπενησιού. Εσκοτώθηκαν τούρκοι έως οχτακόσιοι. Από τους δικούς του δεκατρείς. Και τριάντα λαβωμένοι. Τον έφεραν από το Καρπενήσι στο Μεσολόγγι στον ώμο. Και τον ταφιάσανε με μοιρολόγια και κλάηματα. Όπως παλαιά οι αχαιοί τον Πάτροκλο.
Τον κλαίει ο γερο - Νοταράς,
Γονατιστός τον έκλαιγε.

Κι από την άλλη στο σχήμα το κηφηναριό του πατριάρχη. Οι πρίντζιπες, οι καλαμαράδες, οι σπουδαγμένοι στην Ευρώπη με τα ψαλιδοκέρια και τις βελάδες. Οι φαναριώτες που προσφωνάζουνταν Εξοχότατε και Γενναιότατε! Κι όσες φορές πέτυχαν να ηγηθούν στις μάχες, έσπειραν στους έλληνες το θρήνο και τη συφορά. Μαυροκορδάτος, Νέγρης , ο άθλιος Κωλέττης, κι όλη η συναφής κουλουμωτή μύγα.
Θα κετεβούν στη σηκωμένη χώρα σα θολωμένα ρέματα και λασπουριά. Θα κοιταχτούν πονηρά με τα δύο και τα τέσσερα στραβά τους Θα συναγροικηθούν αστραπιαία στις γωνίες και στα σκοτεινά. Και θ' αμολήσουν στον τόπο τις όχεντρες.
Δεκαπέντε μήνους επολέμησαν οι έλληνες τον τύραννο. Κι αν ήθελαν βαστάξει μονιασμένοι ως το τέλος, θα τον εφτάνανε στην Κόκκινη Μηλιά. Αλλά τους άλλους πεντέμισυ χρόνους σφαζόντανε μεταξύ τους. Και το σπαθί να βυθίζεται στη λαβή. Αυτό ήταν το έργο των φαναριωτών, των δεσποτάδων, και της ελληνοεβραίικης ανομίας.
-Τι κοιτάς, Κολοκοτρώνη μου, με το μάτι σου στυλωμένο τόση ώρα εκεί, κατά τα βουνά;
- Α! Βλέπω πίσω από τα βουνά. Εκεί στην πόρτα τ' Αναπλιού. Και τους καλαμαράδες να πλέκουν ένα γαϊτανάκι. Μα ένα γαϊτανάκι.
Κι άλλη φορά σε μια σύναξη γυρίζει άγρια ο Γέρος κατά το δεσπότη της Άρτας:
-Μη μου βροντάς, παπά, το πασουμάκι στο τραπέζι, γιατί βροντώ το σπαθί, και σου κόβω το κεφάλι.
Ο Ελληνοέλληνας. Από το βιβλίο του Δ. Λιαντίνη, «Γκέμμα»

Δεν υπάρχουν σχόλια: